• Admin

Κείμενο Ιστορικού Τέχνης

Updated: Jun 7, 2021

Από την εξιδανικευτική αναπαράσταση

και

μέσω της πιεστικής αφηγηματικότητας

στην εικονοποιητική μυθολογία


Η διάκριση του Πανόφσκι μεταξύ εικονολογίας και εικονογραφίας ήταν μια πρόταση που αφορούσε την πρώιμη δυτικοευρωπαϊκή αναγέννηση. Φαίνεται, ωστόσο, ότι αποκτά και πάλι σημασία, στο μέτρο που αντικρίζουμε –εκ νέου– όλη αυτή την «αγωνιώδη αποτύπωση» (δηλαδή τη δισυπόστατη εννοιολογική απόχρωση: καλύπτει την ψυχική φόρτιση, όπως και το περιγραφικό της περιεχόμενο), έργω και λόγω, τόσο του Ζωγράφου όσο και του Μακρυγιάννη.


Και χαρακτηρίζεται, έτσι, αυτή –η κατά κυριολεξία– εικονική αναπαράσταση, διότι στην πρόθεση του Μακρυγιάννη (και άσχετα από το τι και τα όσα αναφέρει στην Αυτοβιογραφία του) υφέρπουν νέες και επιτακτικές αναγκαιότητες, που προφανώς δεν έμοιαζαν με άλλες, προηγούμενες.


Πέρα από όσα άλλοι ερευνητές, ιστορικοί, επιμελητές και διανοούμενοι μπορεί να έχουν καταθέσει, τόσο για τα πρόσωπα όσο και για τις προσωπικότητες, δεν μπορούμε να μην υπογραμμίσουμε τη συγχρονική συγκυρία, κατά την οποία προκύπτει η συνέργεια Μακρυγιάννη - Ζωγράφου, προκειμένου να παραχθεί η οπτική καταγραφή, που –το σύνολό της– διαθέτει αυτή η συλλογή.


Είναι ακριβώς η θέση ότι με όλα όσα έχουν διατυπωθεί για την Επανάσταση του 1821, υπό την έννοια ενός συστατικού και συντακτικού γεγονότος, το οποίο παρήγαγε συνέπειες οιονεί απροσμέτρητες, εκείνο που ακόμα δεν έχει εκφρασθεί είναι η πολιτιστική διάσταση/επίπτωση από μια τέτοια ανακατάταξη.


Και μπορεί η ευκαιρία των διακοσίων χρόνων να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για να τελεσθούν διάφορα παραφερνάλια στη δημόσια σφαίρα, με άλλα λόγια εκδηλώσεις που και αυτές συνάδουν με μια άλλης τάξεως πολιτιστικά και πολιτικά διακυβεύματα, εν τούτοις δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η επαναλειτουργία της Εθνικής Πινακοθήκης επιλέχθηκε ως το κεντρικό σοβαρό γεγονός, που θα επιτρέψει και τον προσπορισμό ηθικής, μα κυρίως συμβολικής υπεραξίας, ενώ η διανοητική επεξεργασία μέσω του περίφημου αναστοχασμού –που είναι μια λειτουργία των επετείων που τόσο καλά προκύπτει από την εποχή της νεωτερικότητας και μετά– εμφανίζεται να ευνοείται μόνο μέσω της ενατένισης πινάκων ζωγραφικής.


Με άλλα λόγια, υποστηρίζεται ότι η οπτικοποίηση, που δεν είναι άλλο παρά μια κατάφαση, μια άλλης τάξεως επίταση, ως δηλαδή μια ισχυρά συνθήκη πολιτισμού, είναι σαφές ότι επηρεάζει και διαμορφώνει. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι μέσω της όποιας αναπαράστασης το καθετί επιβεβαιώνεται και καθίσταται ως έγκυρο.


Η Συλλογή Γαϊτανάρη - Nτόλκα, ωστόσο, µάς επιτρέπει απλόχερα, και εν µέρει διαµεσολαβηµένα, να µάς παρουσιάσει µια ακόµη καλύτερη κατανόηση των ευρύτερων διεργασιών, που αφορούσαν και αφορούν τόσο αυτόν τον τόπο όσο και τους κατοίκους του. Και ενώ στην πυρηνική συγκρότησή της πρωταγωνιστικό ρόλο κατέχει το corpus της συνεργασίας Μακρυγιάννη - Ζωγράφου, διαθέτει, ωστόσο, παραδειγµατικά έργα, στη λογική του exemplum virtutis, όπου παρατίθενται µε όρους αποδεικτικούς το τι σηµαίνει, όπως και το τι συνεπάγεται, ο άλλος να σε ζωγραφίζει, να σε απεικονίζει και να σε αναπαριστά.

∆ιότι υπάρχουν έργα που εικονοποιούν όψεις από θέµατα πριν και µετά το ’21. Οπότε µάς δίνεται η αντιπαροχή να παρατηρήσουµε τη διαδικασία µετάβασης από την αρχική γνωστοποίηση στη σταδιακή εξοικείωση και στην επερχόµενη οικειοποίηση. Είναι, µε άλλα λόγια, µια ενδιαφέρουσα ελλειµµατική παραδοχή ότι κάποιοι µπορούν και κάποιοι αδυνατούν.


Με άλλα λόγια, η θεωρητική κατοχή της γνώσης, η δεξιότητα και η άνεση προαπαιτούνται, για να προκύψει η αναπαραγωγή του έξω κόσµου.

Όλα αυτά, όµως, συνεπάγονται επιπτώσεις, µέρος των οποίων µάς αποκαλύπτει η συγκεκριµένη συλλογή. Με όρους πολιτισµικών σπουδών, η έκθεση µάς διδάσκει ότι προκύπτει ένας σφοδρός ανταγωνισµός, ο οποίος, ενώ ξεκινά κυριαρχικά και ηγεµονικά, καταλήγει σε µια εκδοχή ροµαντικής και ιδεαλισµένης απόδοσης του ιστορικού παρελθόντος. ∆ιότι δεν υπήρχε κάτι επιπλέον να ειπωθεί και να επιδιωχθεί.


Εκεί, λοιπόν, ενδιάµεσα, προκύπτει σειρά έργων, που προσπαθεί κάτι να πει και κάπως να αντιδράσει και ενδεχοµένως κάτι να αντιτείνει.


Είναι µια ζωγραφική προθέσεων και επιδιώξεων, και υπό αυτή την έννοια είναι µια καθαρά πολιτική ζωγραφική. Και ενώ η έλλειψη υιοθέτησης συµβατικών τεχνικών αναπαράστασης θα µπορούσε να καταστήσει κάποια από τα έργα, σχεδόν, ακυρωµένα, εκεί ακριβώς έγκειται το νόηµα της κατανόησης ανάµεσα σε έναν δυτικό κόσµο, που προσέχει

τι βλέπει, και σε έναν άλλο κόσµο, που προσέχει µόνο τι λέει.


Περί κύρους, λοιπόν, έγκειται ο λόγος και είναι αυτός για τον οποίο γίνεται αυτή η έκθεση και συντάσσεται αυτός ο κατάλογος.


Κωνσταντίνος Μπάσιος, μέλος της AICA HELLAS (Ελληνικό Τμήμα της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης).


35 views0 comments